Από τη Δήμητρα Διδαγγέλου, Ψυχολόγο, MSc, Ειδίκευση στη Θεραπευτική Γραφή, Υπ. Διδακτόρισσα Παν/μίου Γάνδης
Το γράψιμο είναι μια από τις πιο άμεσες μορφές επεξεργασίας και εξωτερίκευσης της εμπειρίας. Οργανώνει τη σκέψη, δίνει μορφή στο συναίσθημα, δημιουργεί απόσταση από το χάος των εσωτερικών διαλόγων και διευκολύνει τη νοηματοδότηση.
Στα οφέλη από την εκφραστική γραφή σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν γίνει, συγκαταλέγονται η μείωση του στρες και των σωματικών συμπτωμάτων, η βελτίωση των γνωστικών λειτουργιών, η συναισθηματική ρύθμιση και η νοηματοδότηση τραυματικών γεγονότων. Όμως τα οφέλη αυτά δεν έρχονται πάντα, καθώς το γράψιμο από μόνο του δεν είναι θεραπεία.
Το ότι η γραφή μπορεί να έχει ψυχοσωματικά οφέλη, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι θεραπευτική πράξη. Πολλές δραστηριότητες ωφελούν την υγεία, αυτό όμως δεν τις καθιστά ψυχοθεραπεία. Τα οφέλη της γραφής μπορεί να προκύψουν παράπλευρα, ως αποτέλεσμα έκφρασης και αποφόρτισης, όμως για να υπάρξει πραγματικό θεραπευτικό αποτέλεσμα με ασφαλή τρόπο απαιτούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις: κατάλληλο πλαίσιο, σαφής στόχος, μεθοδολογία, επεξεργασία του υλικού και επαγγελματική επάρκεια. Διαφορετικά, το γράψιμο παραμένει ένα ισχυρό εργαλείο αυτοέκφρασης και όχι κατ’ ανάγκη θεραπευτική παρέμβαση.
Η θεραπευτική γραφή, όπως ορίζεται από τα διεθνή πρωτόκολλα, αποτελεί μια παρέμβαση που εφαρμόζεται στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο από επαγγελματίες στην ψυχική υγεία. Διαφέρει από την ημερολογιακή ή δημιουργική γραφή, καθώς σ’ αυτά τα πλαίσια ο στόχος και ο πληθυσμός που εφαρμόζονται είναι διαφορετικοί.
Στη θεραπευτική γραφή το γράψιμο χρησιμοποιείται ως εργαλείο ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης και γι’ αυτόν τον σκοπό δίνονται τεχνικές αναλόγως με τον στόχο και τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η εφαρμογή της περιλαμβάνει συγκεκριμένες τεχνικές, σαφές πλαίσιο, όρια και αναστοχασμό. Όταν εντάσσεται σ’ αυτό πλαίσιο, προϋποθέτει γνώση ψυχολογίας και ικανότητα κλινικής αξιολόγησης, καθώς αγγίζει περιοχές ταυτότητας, τραύματος και ψυχοθολογίας.
Είναι χρήσιμο να γίνει διευκρίνιση του ποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει τη θεραπευτική γραφή, καθώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποιο θεσμικό πλαίσιο που να το καθορίζει και πολλές φορές γίνονται παρανοήσεις.
Στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ η χρήση της γραφής ως θεραπευτικής παρέμβασης σε κλινικό πλαίσιο επιτρέπεται μόνο σε πιστοποιημένους ψυχοθεραπευτές και ψυχολόγους.
Από την στιγμή που ο στόχος είναι ψυχοθεραπευτικός -όπως η συστηματική επεξεργασία τραύματος, συμπτωματολογίας ή βαθιών ενδοψυχικών συγκρούσεων κ.ά.- και ο πληθυσμός στον οποίο εφαρμόζεται το γράψιμο είναι κλινικός, τότε απαιτείται: κλινική αξιολόγηση, θεωρητικό μοντέλο, θεραπευτική σχέση και επαγγελματική ευθύνη. Γι’ αυτό τον λόγο, η θεραπευτική γραφή μπορεί να εφαρμοστεί μόνο από ειδικούς που ακολουθούν τα πρωτόκολλα ή τη δεοντολογία που ορίζονται από την εκάστοτε επίσημη εκπαίδευση/πιστοποίηση/αναγνώριση που έχουν λάβει.
Παρακάτω αναφέρουμε κάποια σημεία τα οποία χρειάζονται προσοχή όταν κάποιος/-α επιθυμεί να κάνει χρήση της θεραπευτικής γραφής, είτε ως θεραπευόμενος/-η, είτε ως επαγγελματίας.
- Χρειάζεται ειδική εκπαίδευση για τη χρήση της θεραπευτικής γραφής
Το ότι κάποιος δηλώνει πως «χρησιμοποιεί θεραπευτική γραφή» δεν σημαίνει ότι έχει εκπαιδευτεί σε αυτήν.
Μπορεί απλώς:
- να προτείνει ασκήσεις γραψίματος,
- να ενθαρρύνει την ημερολογιακή γραφή,
- να χρησιμοποιεί προσωπικές τεχνικές χωρίς θεωρητική τεκμηρίωση,
- να συγχέει τη λογοτεχνική έκφραση με ψυχοθεραπευτική διαδικασία.
Η θεραπευτική γραφή έχει συγκεκριμένα μοντέλα, μεθοδολογία, στάδια και πλαίσιο. Δεν είναι αυθόρμητη πρακτική. Είναι δομημένη παρέμβαση.
- Χωρίς θεωρητικό υπόβαθρο, το γράψιμο δεν είναι θεραπεία
Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι το γράψιμο μπορεί να έχει θετική επίδραση υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Αν όμως:
- δεν υπάρχει κατάλληλο πλαίσιο,
- δεν υπάρχει επεξεργασία του υλικού,
- δεν υπάρχει γνώση τραύματος,
- δεν υπάρχουν όρια,
τότε η άσκηση μπορεί να:
- ενεργοποιήσει έντονο συναισθηματικό υλικό,
- οδηγήσει σε απορρύθμιση,
- ενισχύσει μηρυκασμό αντί για επεξεργασία,
- αφήσει τον συμμετέχοντα «ανοιχτό» χωρίς ψυχική στήριξη.
Με απλά λόγια, το γράψιμο μπορεί να βοηθήσει, μπορεί όμως και να αποσταθεροποιήσει. Σίγουρα δεν είναι ουδέτερο.
- Η θεραπευτική γραφή αγγίζει ψυχικά πεδία
Όταν μιλάμε για θεραπευτική γραφή, μιλάμε για:
- ψυχική υγεία ή ψυχοπαθολογία
- τραύμα,
- απώλεια,
- συναισθήματα,
- ταυτότητα,
- οικογενειακές δυναμικές,
- ψυχικές διαταραχές.
Όποιος διευκολύνει τέτοιες διεργασίες οφείλει να έχει:
- γνώσεις ψυχολογίας,
- κατανόηση ψυχοπαθολογίας,
- ικανότητα αξιολόγησης κινδύνου,
- ψυχοθεραπευτικές δεξιότητες,
- επίγνωση πότε χρειάζεται παραπομπή.
Αν ο στόχος είναι ψυχοθεραπευτικός, τότε απαιτείται αντίστοιχο επιστημονικό υπόβαθρο. Αλλιώς πρόκειται για δημιουργική χρήση της γραφής, όχι για θεραπευτική πράξη.
- Πιστοποίηση σημαίνει ευθύνη
Η πιστοποίηση δεν είναι απλά ένας τίτλος, σημαίνει ότι ο επαγγελματίας:
- έχει ολοκληρώσει συγκεκριμένες ώρες εκπαίδευσης,
- έχει βιωματική εμπειρία της μεθόδου,
- έχει λάβει εποπτεία,
- δεσμεύεται σε κώδικα δεοντολογίας,
- αναγνωρίζει τα όρια της πρακτικής του.
Σημαίνει επίσης ότι υπάρχει ένας φορέας που θέτει κριτήρια και διασφαλίζει την ποιότητα της διαδικασίας.
- Από την αναποτελεσματικότητα στον κίνδυνο
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι μια μη εκπαιδευμένη παρέμβαση μπορεί να είναι αναποτελεσματική. Το πρόβλημα είναι ότι μπορεί να είναι επιβαρυντική.
Η ακατάλληλη καθοδήγηση σε ευάλωτα άτομα μπορεί να:
- ενισχύσει αποσυνδετικές τάσεις,
- επιτείνει συμπτώματα κατάθλιψης ή άγχους,
- δημιουργήσει ψευδαίσθηση θεραπευτικής σχέσης χωρίς επαγγελματικό πλαίσιο.
Και τότε η λέξη «θεραπευτική» γίνεται παραπλανητική.
- Χρειάζονται σαφή όρια
Αν κάποιος χρησιμοποιεί το γράψιμο ως εργαλείο αυτοέκφρασης, μπορεί να το ονομάσει έτσι ή αν χρησιμοποιεί τη δημιουργική γραφή, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Αν όμως μιλάμε για θεραπευτική γραφή, τότε μιλάμε για πρακτική που αφορά την ψυχική υγεία και ό,τι αυτό συνεπάγεται σύμφωνα με τη νομοθεσία για τους επαγγελματίες που ασκούν σχετικά επαγγέλματα.






